10 Δεκεμβρίου 2013

Μια κριτική προσέγγιση της Δώρας Κασκάλη της ποιητικής συλλογής "Επί σκηνής" του Σωτήρη Γάκου που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ars Poetica




Ο ποιητής-ηθοποιός αυτοπαρουσιάζεται Επί σκηνής


της Δώρας Κασκάλη

Θεατρίνοι, Μ. Α.

Στήνουμε θέατρα καὶ τὰ χαλνοῦμε
ὅπου σταθοῦμε κι ὅπου βρεθοῦμε
στήνουμε θέατρα καὶ σκηνικά,
ὅμως ἡ μοίρα μας πάντα νικᾶ.
Καὶ τὰ σαρώνει καὶ μᾶς σαρώνει
καὶ τοὺς θεατρίνους καὶ τὸ θεατρώνη
ὑποβολέα καὶ μουσικοὺς
στοὺς πέντε ἀνέμους τοὺς βιαστικούς.
Σάρκες, λινάτσες, ξύλα, φτιασίδια,
ρίμες αἰσθήματα, πέπλα στολίδια,
μάσκες, λιογέρματα, γόοι καὶ κραυγὲς
κι ἐπιφωνήματα καὶ χαραυγὲς
ριγμένα ἀνάκατα μαζὶ μ᾿ ἐμᾶς
(πές μου ποῦ πᾶμε; πές μου ποῦ πᾶς;)
Πάνω ἀπ᾿ τὸ δέρμα μας γυμνὰ τὰ νεῦρα
σὰν τὶς λουρίδες ὀνάγρου ἢ ζέβρα
γυμνὰ κι ἀνάερα, στεγνὰ στὴν κάψα
(πότε μᾶς γέννησαν; πότε μᾶς θάψαν!)
Καὶ τεντωμένα σὰν τὶς χορδὲς
μιᾶς λύρας ποὺ ὁλοένα βουίζει. Δὲς
καὶ τὴν καρδιά μας ἕνα σφουγγάρι,
στὸ δρόμο σέρνεται καὶ στὸ παζάρι
πίνοντας τὸ αἷμα καὶ τὴ χολὴ
καὶ τοῦ τετράρχη καὶ τοῦ ληστῆ.


Το μότο της παρθενικής ποιητικής κατάθεσης του Σωτήρη Γάκου δανείζεται στίχους του Σεφέρη κι εγώ μ’ ένα δικό του ποίημα θα ξεκινήσω, με το οποίο φαίνεται να συνομιλεί το σύνολο των ποιημάτων της συλλογής Επί σκηνής.

«Το θέατρο είναι η διάγνωση της περιπέτειας της ανθρώπινης συνείδησης», έγραψε ο Ιάκωβος Καμπανέλης. Κι ο Σωτήρης Γάκος με τη διπλή ιδιότητα του ποιητή-ηθοποιού ανατέμνει τα σωθικά του θεάτρου, μεταγράφει σε ποιητική ύλη τα συστατικά του και στοχάζεται πάνω στο θέατρο του σανιδιού και της ζωής, στα πολλαπλά προσωπεία που υιοθετούμε, στους ρόλους που παίζουμε, στους ρόλους που τελικά είμαστε ή γινόμαστε. Ο Oscar Wilde με οξυδέρκεια παρατήρησε ότι: «Ο άνθρωπος είναι λιγότερο ο εαυτός του όταν μιλάει ως ο εαυτός του. Δώσ’ του μια μάσκα και θα σου πει την αλήθεια».

Οι τίτλοι των ποιημάτων και το περιεχόμενο της συλλογής συνιστούν τα επιμέρους στοιχεία μιας θεατρικής παράστασης επί σκηνής. Εξάλλου μία ξεχασμένη λειτουργία της ποίησης είναι η απαγγελία της. Σαν ρόλος.

Τα θέματα που απασχολούν το ποιητικό υποκείμενο δεν είναι άλλα από τα θεμελιακά της ανθρώπινης ύπαρξης: ο έρωτας, τα όρια ψεύδους και αλήθειας, ο αυθεντικός εαυτός μέσα και έξω από τη σκηνή, αλλά και ζητήματα ποιητικής, καθώς και φλέγοντα αιτήματα του καιρού μας που αναπόδραστα καταγράφονται στην προβληματική πολλών καλλιτεχνών της γενιάς του Σωτήρη Γάκου.

Η συλλογή ξεκινάει με το ομώνυμο ποίημα, «Επί σκηνής», όπου η ζωή παρουσιάζεται ως μια θεατρική παράσταση χωρίς σκηνοθετικές οδηγίες. Η υπέρτατη πράξη του ηθοποιού, το αίτημα του κοινού είναι να ζει το ρόλο του: «να ζούμε το παιχνίδι, να ζούμε τις πράξεις μας». Ήδη ο ποιητής αναστοχάζεται πάνω στο δίπολο θέατρο-ζωή που στην περίπτωσή του συμπλέκονται με τρόπο αξεδιάλυτο.

Το δεύτερο κιόλας ποίημα, «Οι λέξεις», αποτελεί ένα είδος ποιήματος ποιητικής για τις λέξεις που «πασχίζουν να γίνουν εικόνες». Ο ποιητής ανασκάπτει τα φερτά υλικά της ύπαρξης, προκειμένου να ανασύρει στο φως το ατόφιο ή σπασμένο (ανάλογα) αγγείο του αυθεντικού εαυτού: «να είσαι ένας άλλος, ίσως αυτός που πάντα ήσουν». Η αναζήτηση του ποιητή γίνεται πάντα στο σκοτάδι, χωρίς λέξεις-κλειδιά. Κι όταν ακόμη έχει την υποψία ότι μπορεί να παγιώσει τη συγκίνηση και τη νόηση σε λόγο, η ίδια η φύση της ποίησης παλινδρομεί σε συνεχείς αναρωτήσεις: «Γυρνάς πίσω σελίδα/ πρέπει να μάθεις να χορεύεις λέξη τη λέξη». Ο ποιητής-χορευτής των λέξεων είναι αυτός που καταφέρνει να βρίσκει την εσωτερική αρμονία των ήχων, αυτός που επιβάλλει νέες λογικές συνάψεις στις πολυμεταχειρισμένες λέξεις.

Το ποίημα «Ενσάρκωση» είναι ένα καθαρόαιμο ποίημα «υποκριτικής».  Η στερεότυπη «ενσάρκωση» του ρόλου, το να δανείζει ο ηθοποιός το σώμα, «σαρξ εκ της σαρκός» αναφέρει εμφατικά ο ποιητής-ηθοποιός, είναι η μέγιστη πράξη αποταυτοποίησης και εμβάπτισης στο δέμας και το θυμικό του ρόλου. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια ταύτιση πειστική όχι μόνο για το κοινό, αλλά και για τον υποκριτή: «Κι οι λέξεις γίνονται δικές μου. Δεν υπάρχει ρόλος».

Ένα από τα βασικά καύσιμα της ψυχής, ο έρωτας, επανέρχεται πρωταγωνιστικά ή σε δεύτερο πλάνο στα ποιήματα της συλλογής. Στο «Θεωρείο», η συντροφικότητα ταυτίζεται με την αγνότητα: «Εμείς όμως βαδίζουμε αλλιώτικα, αθώα/ σαν τα παιδιά που μόλις μάθανε να περπατάνε», με την ειλικρίνεια να αναγνωρίζει κανείς τα λάθη του: «Στο θεωρείο, απόμακροι θεατές των λαθών μας», αλλά και με τη μέγιστη πράξη της αγάπης που μοιράζεται, που συμπονά, που αποτελεί παραμυθία και φάρμακο και εφαλτήριο για τις πιο παράτολμες πράξεις: «Σου κράτησα το χέρι μέσα στο σκοτάδι/ να μη φοβάσαι/ να ’χεις την ψυχή μου ακροβάτη».

Ανάλογης θεματικής και θερμοκρασίας και το «Υποβολείο», στο οποίο ο Γάκος παίζει με την θεατρική σύμβαση του υποβολέα. Σε ένα κατεξοχήν ερωτικό ποίημα, το υποβολείο πέφτει σε αχρηστία, ο υποβολέας μένει άνεργος και ανενεργός. Κανένα κείμενο, κανένας σκηνοθέτης, πόσω μάλλον ένας απλός υποβολέας δεν μπορεί να προβλέψει το τραύμα του ανεπίδοτου έρωτα: «Σου ψιθύρισα γλυκά: «να με προσέχεις και να μ’ αγαπάς/ δεν άκουσες», το πένθος της απουσίας του: «Σου φώναξα: «στάσου, μείνε ακίνητη»/ κι εσύ έτρεξες, χάθηκες».

Ποίημα της ίδια ατμόσφαιρας η «Σιωπή», αναφέρεται στον βασικό ερωτικό πρωταγωνιστή, στην ποθητή γυναίκα που παίζει το ρόλο της πάνω στη σκηνή. Ήδη απόμακρη, ήδη διαθλασμένη μέσα από την απουσία της: «Κι εγώ σ’ άκουγα/ μέσα στο χειροκρότημα». Ή η «Σαμία», όπου μια θεατρική παράσταση ως άλλη μαντλέν γίνεται αφορμή για να ανακληθεί ένας περασμένος έρωτας που ξεκίνησε σε μια ίδια παράσταση.

Ποιήματα, όπως η «Αφίσα» αντλούν απευθείας από τον κόσμο του θεάτρου, μιλούν για την αναμονή του ηθοποιού προ της παράστασης, αλλά και τη συνακόλουθη λόγω της κρίσης ανεργία του τις ημέρες της ανάπαυλας: «Όνειρο ήταν πάει· και πάλι αναμονή/ αβέβαιο μέλλον γεμάτο αισιόδοξη ανεργία». Ο Γάκος μας δίνει με τρόπο συμβολικό, αλλά και με πικρή ειρωνεία τη δισυπόστατη φύση του ηθοποιού: η ολιγόωρη ζωή του καλλιτέχνη που πουλιέται όσο-όσο: «Ντελάλης των ονείρων μου ο καθένας» σε ιλουστρασιόν αφίσες και η άλλη ζωή, του ανθρώπου που αναμένει, που μετράει το χρόνο και τις χαμένες ευκαιρίες, που αναζητά νόημα ύπαρξης σε δύσκολους καιρούς.

Το θέατρο της ζωής και οι πρωταγωνιστές του, αμφίσημα παρουσιάζονται στους «Θεατρίνους» σε πρώτο πληθυντικό ως ένα ενεργητικό σύνολο ανθρώπων που δεν παραδίδονται: «Τίποτα δεν μας χαρίστηκε ακόμα, για πάντα θα παλεύουμε να έχουμε απλά ο ένας τον άλλο». Συγχρόνως αρθρώνεται δειλά ένα είδος δήλωσης μιας γενιάς που πολλοί βιάζονται να την χαρακτηρίσουν «χαμένη»: «να περπατάμε, να πέφτουμε, να φωνάζουμε και να ζητάμε τα πάντα από τη ζωή». Ένα από τα πλέον πολιτικά ποιήματα της συλλογής για τη γενιά του Γάκου που βρίσκεται σε αντιπαλότητα με την προηγούμενη, την περίφημη της Μεταπολίτευσης και όσα αυτή μας κληροδότησε, με τα συνακόλουθα ερωτηματικά για το ποιος και τι έφταιξε: «-Παλέψαμε για το ψέμα ή για την αλήθεια;/ -Παλέψανε για τον χαβά τους!»

Ίδιας θεματικής είναι και το «Μην αρνηθείς αυτόν το ρόλο»: ο ποιητής στοχάζεται πάνω στις προκλήσεις της νέας γενιάς που υφίσταται αυτή τη βάναυση ανατροπή της ζωής της. Ζωτικό και σωτήριο είναι να σηκωθεί κανείς από τον καναπέ, να επιλέξει τη δράση, ένα ρόλο χωρίς προδιαγεγραμμένο τέλος και λόγια: «Θα δεις πως όλα θα αλλάξουν όταν σταθείς όρθιος γυμνός μπροστά τους χωρίς ανταλλάγματα». Η κατάφαση στην πρόκληση της ζωής είναι το νέο αίτημα των καιρών: μετά τον κατασκευασμένο από φθηνά υλικά εαυτό των προηγούμενων δεκαετιών, πρωταγωνιστής πρέπει να γίνει ο γνήσιος, «εκφρασμένος εαυτός». Αντίθετα, σε ένα άλλο ποίημα της συλλογής, με ειρωνεία φιλοτεχνείται ολιγόστιχα ο «θεατής» που επιλέγει τη θέαση από τη δράση, αν και δηλώνει απολογητικά ότι δεν είναι «απαθής».

Στη νέα γενιά, περισσότερο υπαινικτικά αυτή τη φορά, αναφέρεται και «Το τραγούδι». Το κορίτσι που γελά στο σκοτάδι, αθώο και ιερό μέσα στην άγνοιά του, θα συνεχίσει το ζωικό χορό του, θα ψάχνει για πάντα «τον ήλιο μέσα στο άδειο θέατρο», ακολουθώντας το δρόμο που εκείνο ξέρει. Ευτυχώς, θα συμπλήρωνα εγώ. Το ποίημα έχει ως σταθερό διακείμενο το τραγούδι του Τσιτσάνη  (στίχοι/ μουσική) «Ακρογιαλιές δειλινά» με το οποίο παιγνιωδώς συνομιλεί, ωστόσο εξακτινώνεται στη σφαίρα του πολιτικού και κοινωνικού σχολίου.

Τα περισσότερα ποιήματα περί θεάτρου, ανάμεσά τους και «Το κοστούμι», μπορούν και πρέπει να διαβαστούν όχι μόνο στα στενά συμφραζόμενά τους, αλλά και στην ευρύτερη διάσταση και περιπλοκή της ανθρώπινης ύπαρξης. Το κοστούμι είναι το βασικό εργαλείο του ηθοποιού, αλλά και ο κοινωνικός ρόλος που υιοθετούμε αβασάνιστα προκειμένου να έχουμε την αποδοχή των άλλων: «Μην! Μην αφήνετε το χειροκρότημά σας./ Εγώ ζω για την τρομακτική αναμονή του». Όταν απεκδυθούμε το κοστούμι, υπάρχει κίνδυνος οριστικής απώλειας του εαυτού: «Ξέχασα κάπου τον εαυτό μου,/ πίσω από ένα κοστούμι». Και είναι η στιγμή της αποκαλυπτικής αλήθειας, της πιο σκληρής, όταν ο «Προβολέας» του ομώνυμου ποιήματος ανοίγει και το παιχνίδι με τις σκιές και τις ψευδαισθήσεις τελειώνει.

Ποίημα περί θεάτρου και «υποκριτικής», αλλά με μια ανατρεπτική και ενδιαφέρουσα προσέγγιση είναι «Η αυλαία». Εδώ το ποιητικό υποκείμενο δεν είναι ο ηθοποιός, αλλά ο ρόλος. Είναι το φασματικό πρόσωπο που περιμένει αέναα πάνω στη σκηνή για να ενσαρκωθεί, να αποκτήσει υπόσταση μέσα από τον ηθοποιό. Αυτό φέρει τη δική του αλήθεια, είναι γενναίο και αληθινό σε αντίθεση με τον άνθρωπο που βγάζει το κοστούμι του, κρύβεται και οδηγείται μέσα στο άδειο θέατρο στην ανυπαρξία: «Δεν υπάρχεις πια» είναι η κατακλείδα του ποιήματος.

Στην ίδια κατηγορία ανήκει και η «Σκηνοθεσία», όπου χρησιμοποιείται η θεατρική σύμβαση ως πρόσχημα για να μιλήσει το ποιητικό υποκείμενο για την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου βίου, τις τυχαίες σκηνοθεσίες που δίνουν κάθε φορά και διαφορετικό νόημα στα πράγματα: «Λέξεις, κινήσεις, χρώματα, αρώματα,/ αισθήσεις παντός είδους/ όλα θα μπουν σε μια σειρά μου έλεγες».

Αλλού πάλι, γίνεται με μεταφορικό τρόπο κριτική της κοινωνίας και της υποκρισίας της, όπως στο ποίημα «Θέατρο κατ’ οίκον». Το ποιητικό υποκείμενο επιλέγει την αλήθεια του σκότους και της σιωπής ως μόνη διέξοδο, ως μόνη λύση για να διασωθεί από τα ψεύδη: «Σβήσε το φως και μη μιλάς».

Κάποια άλλα ποιήματα μοιάζουν ως αποστροφές του ποιητικού υποκειμένου εις εαυτόν, όπως ο «Κομπάρσος». Με πικρία αναφέρεται στους κομπάρσους της ζωής και της σκηνής, στις επιλογές μια ζωής χαμένης: «όμως τα λάθη σου, δεν συγχωρούν το ρόλο που διάλεξες να παίξεις». Ή η «Πρόβα», όπου το ποιητικό υποκείμενο φαίνεται να συνομιλεί με τον εαυτό της χαμένης παιδικής ηλικίας, ο οποίος απωλέσθη οριστικά στην ωριμότητα.

Η πραγματική ζωή φαίνεται ότι βρίσκεται εκεί, στην άδεια σκηνή, μετά τις διαψεύσεις, στην ελπίδα που δεν έχει πραγματωθεί, στην ελπίδα που κάθεται αθέατη «Στις άδειες κερκίδες» του ομώνυμου ποιήματος, σε μια ζωή που δεν θέλει να παραδεχτεί την ήττα της, που ευτυχώς συνεχίζει την ατέρμονη πορεία της: «Κλείνω τα μάτια και βαδίζω».

Στο προτελευταίο ποίημα της συλλογής ο Γάκος επιλέγει να συνομιλήσει γόνιμα, αλλά και λιγάκι ειρωνικά με το ποίημα του Καβάφη «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον». Μόνο που εδώ πλέον το ποιητικό υποκείμενο αποτελεί μέρος του θιάσου και με νομοτελειακό τρόπο αποδέχεται τη μοίρα του ηθοποιού, αλλά και τον αφανισμό του.

Η απεμπόληση των ρόλων, του στημένου παιχνιδιού, της προκάτ συμπεριφοράς ως στάση ζωής κλείνει τη συλλογή και το μάτι στον αναγνώστη της: «Τώρα ζω μαζί σου/ Κοιτώ τα μάτια σου και παίζω στ’ αλήθεια ερασιτεχνικά», σε ένα ποίημα που κινείται τόσο στο ερωτικό όσο και στο υπαρξιακό επίπεδο. Ο Γάκος δεν κλείνει τυχαία το πρώτο του ποιητικό πόνημα με το αίτημα της αυθεντικότητας. Φαίνεται σα να κλείνει κάποιους ατομικούς, αλλά και συλλογικούς λογαριασμούς, ενώ συγχρόνως ως μέλος της νέας γενιάς δηλώνει την ετοιμότητά του να συνεχίσει να ανοίγει νέους δρόμους, να παίζει τα δικά του έργα επί σκηνής.

09 Δεκεμβρίου 2013

Κούλα Αδαλόγλου - ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΡΟΠΟΝ ΤΙΝΑ



Η Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και οι εκδόσεις Σαιξπηρικόν σαν προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου της Κούλας Αδαλόγλου ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΡΟΠΟ ΤΙΝΑ την Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 7:00μμ στο café bistro Domenico

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Ζωή Σαμαρά, Ομότιμη Καθηγήτρια του ΑΠΘ – ποιήτρια
Μιχάλης Μπακογιάννης, Λέκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας

ποιήματα θα διαβάσουν οι: Άβρα Αυδή, Τριανταφυλλία Δημοπούλου και η Μαρία Σαββίδου.


Από το Μουσικό Σχολείο Γιαννιτσών ο μαθητής Παναγιώτης Λαζαρίδης μελοποίησε το ποίημα «Σημειώσεις ενός φωτεινού διαλείμματος». Ερμηνεύει η μαθήτρια Πασχαλία Αλατζίδου υπό την επίβλεψη της Λίνας Πατρώνα, καθηγήτρια Μουσικής του Μουσικού Σχολείου Γιαννιτσών.

Από το Βιβλίο της Κούλας Αδαλόγλου

Γράφω
ημερολόγιο
γράφω μηνύματα
γράφω.
Τι θα 'κανε η Πηνελόπη χωρίς γράψιμο;
 Μ' αυτό παλεύει τη φθορά, τον χρόνο,
τη λαγνεία, τον φόβο, την απόγνωση.
Τα υφαντά τελειώνουν κάποτε,
το γράψιμο κρατάει όσο κι η ζωή μας.
Πρόσεξε πώς διαβάζεις τα μηνύματά μου.


Από την ποιητική συλλογή της Κούλας Αδαλόγλου ΟΔΥΣΣΕΑΣ, ΤΡΟΠΟΝ ΤΙΝΑ, εκδ. Σαιξπηρικόν, 2013

01 Δεκεμβρίου 2013

Αφιέρωμα αμερικάνικη ποίηση και Τζάζ: Ρόμπερτ Κρήλυ και Stan Getz




Ένα σχήμα γυναικών


Ήρθα δρόμο πολύ
από κει που δεν ήμουν πριν
για να ‘χω δει τα πράγματα
να με κοιτάνε μέσα βαθιά από την ανοιχτή πόρτα

και περπάτησα απόψε
μοναχός
να δω το φεγγαρόφωτο
και να το δω σα δέντρα

και σχήματα πιο φοβερά
γιατί φοβόμουνα
ό,τι δεν ήξερα
αλλά είχα θελήσει να γνωρίσω.

Το πρόσωπό μου είναι δικό μου, σκέφτηκα.
Αλλά το έχεις δει
να μεταμορφώνεται σε χίλια χρόνια.
Σε κοίταγα που έκλαιγες.

Δεν μπορούσα να σ’ αγγίξω.
Πολύ το ‘θελα να
σ’ αγγίξω
αλλά δεν μπορούσα.

Αν είναι σκοτεινά
όταν τούτο σου δοθεί
νοιάσου το περιεχόμενό του
όταν το φεγγάρι λάμπει.

Το πρόσωπό μου είναι δικό μου.
Τα χέρια μου είναι δικά μου.
Το στόμα μου είναι δικό μου
αλλ’ εγώ δεν είμαι.

Φεγγάρι, φεγγαράκι,
όταν μ’ αφήνεις μόνο
όλο το σκοτάδι είναι ένα τέλειο μαύρο,

λάκκος με φόβο
μια βρόμα,
χέρια παράλογα
ποτέ να μην αγγίζουν.

Αλλά σ’ αγαπώ.
Μ’ αγαπάς.
Τι να πεις
όταν με βλέπεις.
  

Η βροχή


Όλη νύχτα ο ήχος είχε
έρθει πίσω ξανά,
και ξανά πέφτει
αυτή η ήσυχη, αδιάκοπη βροχή.

Τι είμαι για μένα
που πρέπει να θυμάται κανείς
να επιμένει σ’ αυτό
τόσο συχνά; Είναι

που ποτέ η άνεση
ακόμη η τραχύτητα
της βροχής πέφτοντας
δεν θα ‘χουν για μένα

κάτι άλλο απ’ αυτό,
κάτι όχι τόσο επίμονο˙
είμαι για πάντα λοιπόν κλειδωμένος σ’ αυτή
την οριστική αμηχανία.

Αγάπη, αν μ’ αγαπάς,
ξάπλωσε δίπλα μου.
Γίνε για μένα, σαν τη βροχή
η έξοδος

από την κούραση, την ανοησία την μισο-
λαγνεία της σκόπιμης αδιαφορίας
Να ‘σαι υγρή

με μια αξιοπρεπή ευτυχία.


μτφ.: Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ


30 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα αμερικάνικη ποίηση και Τζάζ: Άνν Σέξτον και John Coltraine




Η σιωπή


Όσο πιο πολύ γράφω, τόσο η σιωπή μοιάζει να με καταβροχθίζει.
C.K. Williams

Το δωμάτιό μου είναι ασπρισμένο,
άσπρο σαν τον σιδηροδρομικό σταθμό του χωριού
κι άλλο τόσο σιωπηλό˙
λευκότερο απ’ τα κόκαλα της κότας
που λευκαίνουν στη σελήνη,
άσπιλα σκουπίδια,
κι άλλο τόσο σιωπηλό.
Υπάρχει ένα άσπρο άγαλμα πίσω μου
κι άσπρα φυτά
που θεριεύουν σα χυδαίες παρθένες
βγάζουν τις λαστιχένιες γλώσσες τους
αλλά δε λένε τίποτα.

Τα μαλλιά μου είναι το μόνο σκούρο.
Κάηκαν στην άσπρη τη φωτιά
κι είναι κάρβουνο μόνο.
Οι χάντρες που φορώ είναι κι αυτές μαύρες
είκοσι μάτια ανασυρμένα
απ’ το ηφαίστειο
σε τέλεια σύσπαση.

Γιομίζω το δωμάτιο
με λέξεις απ’ την πένα μου.
Απ’ αυτήν στάζουν λέξεις σαν αποβολή.
Εκσφεντονίζω λέξεις στον αέρα
κι επιστρέφουν σα μπαλιές σ’ επιφάνεια σκληρή.
Κι όμως υπάρχει σιωπή.
Πάντα σιωπή.
Σαν ένα πελώριο στόμα βρέφους.

Η σιωπή είναι ο θάνατος.
Έρχεται κάθε μέρα με τον καταπέλτη του
να κάτσει στον ώμο μου, ένα άσπρο πουλί,
να τσιμπολαγάει τα μαύρα μάτια
και τον παλλόμενο ερυθρό μυώνα
του στόματός μου.

Παράφορες Ανατολές


Σκοτάδι
μαύρο σαν το βλέφαρό σου,
ταχυδακτυλουργίες των άστρων,
το κίτρινο στόμα,
η μυρωδιά ενός ξένου,
η ανερχόμενη αυγή,
βαθυγάλανη,
χωρίς αστέρια,
η μυρωδιά του εραστή,
πιο θερμή τώρα
σα σαπούνι αυθεντική,
κύμα το κύμα
η φωτεινότητα
και τα πουλιά στις αλυσίδες τους
παραφρονούν με θορύβους του λάρυγγα,
τα πουλιά στα μονοπάτια τους
σκληρίζοντας στα μάγουλά τους μέσα σαν κλόουν,
περισσότερο, περισσότερο φως,
φύγανε τ’ αστέρια,
εμφανίζονται τα δέντρα με τις πράσινες κουκούλες τους,
το σπίτι εμφανίζεται απέναντι
ο δρόμος και το θλιβερό του λιθόστρωτο
οι τοίχοι της πέτρας χάνουν το μπαμπάκι τους
περισσότερο, περισσότερο φως,
κίτρινο, μπλε στις κορφές των δέντρων,
περισσότερος Θεός, περισσότερος Θεός παντού,
περισσότερο φως,
περισσότερος κόσμος παντού,
βαθουλώνουν τα σεντόνια των ανθρώπων,
τα παράξενα κεφάλια της αγάπης,
και το πρόγευμα
η τελετουργία αυτή,
περισσότερο, περισσότερο κίτρινο φως,
σαν του αυγού το κίτρινο,
οι μύγες μαζεύονται στο τζάμι,
ο σκύλος μέσα κλαψουρίζει για φαΐ
και η μέρα αρχίζει,
να μην πεθάνει, να μην πεθάνει κανείς,
όπως την τελευταία μέρα που ξημερώνει,
μια τελική μέρα χωνεύεται στον εαυτό της,
περισσότερο, περισσότερο φως,
τα ατέρμονα χρώματα
τα ίδια πάλι δέντρα να προχωρούν προς εμένα,
ο βράχος ν’ ανοίγει τις βαλίτσες με τις σχισμές
σαν όνειρο το πρόγευμα
κι η μέρα ολόκληρη μπροστά σου για ν’ αντέξεις
σταθερή, βαθιά εσωτερική.
Μετά το θάνατο,
μετά το μαύρο του μαύρου,
η φωτεινότητα αυτή
(να μην πεθάνει, να μην πεθάνει κανείς)
που γέννησε ο Θεός.


μτφ.: Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ 


29 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα αμερικάνικη ποίηση και Τζάζ: Λανγκστον Χιούζ και Bessie Smith




Ο μαύρος αδελφός

Είμαι ο μαύρος αδελφός.
όταν έχουμε επισκέψεις
με στέλνουν να φάω στην κουζίνα,
μα εγώ γελώ,
τρώω γερά
και δυναμώνω.

Αύριο
θα καθίσω κι εγώ στο τραπέζι
όταν θα έχουμε επισκέψεις.
Κανείς δε θα τολμήσει
να μου πει
«πάνε να φας στην κουζίνα».

Άλλωστε
θα δούνε πόσο όμορφος είμαι
και θα ντραπούν.

μτφ.: Ντίνος Χριστιανόπουλος

Φοβισμένοι

Κλαίουμε
ανάμεσα στους ουρανοξύστες,
όπως θρηνούσαν οι πρόγονοί μας
ανάμεσα στα φοινικόδεντρα
της Αφρικής.
Γιατί είμαστε μόνοι,
                              είναι νύχτα
                                               και φοβόμαστε.

Ονείρου παραλλαγή

Τα χέρια μου ν’ ανοίξω διάπλατα
μέσα στο φέγγος του ήλιου
και να χορεύω και να στροβιλίζομαι
ώσπου να σβήσει η άσπρη μέρα.
Μες στη δροσιά του δειλινού,
κάτω από δέντρο να ξεκουραστώ ψηλόκορμο
ενώ η νύχτα θα ‘ρχεται απαλά,
μαύρη καθώς εμένα,
αυτό ‘ναι τ’ όνειρό μου:

Τα χέρια μου ν’ ανοίξω διάπλατα
κατάντικρυ στον ήλιο,
και να χορεύω και να στροβιλίζομαι,
ώσπου να σβήσει η μέρα η γρήγορη.
Μες στο χλωμό το βράδυ να ξεκουραστώ…
Ένα λιγνό δέντρο ψηλόκορμο…
η νύχτα να ‘ρχεται απαλά,
μαύρη καθώς εμένα.

μτφ.: Δημήτρης Σταύρου

Σημείωμα αυτοκτονίας

Το ήσυχο,
Κρύο πρόσωπο του ποταμού
Ένα φιλί μου ζήτησε.


μτφ.: Λ. Καραπαναγιώτης


28 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα αμερικάνικη ποίηση και Τζάζ: Ελίζαμπεθ Τζέννινγκς και Thelonious Monk




Σάρξ Μία

Τώρα δεν πλαγιάζουν μαζί, έχουν κρεβάτια χωριστά,
Μ’ ένα βιβλίο εκείνος, έχει το φως αναμμένο,
Σαν κορίτσι εκείνη τα νιάτα ονειροπολεί,
Όλοι είναι φευγάτοι –καινούργια περιστατικά
Θαρρείς πως καρτερούν: το βιβλίο αφημένο
Το βλέμμα της στην οροφή τους ίσκιους παρακολουθεί.

Σαν ναυάγια τους ξέβρασε κάποιο πάθος αλλοτινό,
Δίχως καν ένα άγγιγμα, πλαγιάζουν παγωμένοι,
Μα κι αν τυχόν αγγίζονται μοιάζει με ομολογία
Πως λίγη θέρμη απόμεινε, ή και πολλή, στους δυο.
Η αγνότητα, σαν προορισμός, τώρα τούς απομένει
Που σ’ όλη τους τη ζωή στάθηκε σαν μια προετοιμασία.

Κι οι δυο παράξενα μακριά, κι όμως παράξενα κοντά,
Ανάμεσά τους η σιωπή τούς συγκρατεί σαν νήμα
Χωρίς να τους τυλίγει. Κι ο χρόνος είναι ένα φτερό
Που τους αγγίζει ελαφρά. Το ξέρουν άραγε καλά
Πως γέρασαν αυτοί οι δυο, οι άμοιροι γονιοί μου
Πως η φωτιά τους πάγωσε, απ’ όπου βγήκα έναν καιρό;

μτφ: Κλείτος Κύρου

Ο νυχτερινός κήπος του φρενοκομείου


Η κραυγή της κουκουβάγιας γδέρνει τη σιγαλιά.
Φράχτες οι κουρτίνες και πίσω τους
οι βραγιές βολεύουν σε στρωτές σειρές.
Σε λίγο θ’ αναστατωθούν.

Ο κήπος δεν ξέρει τίποτα για την αρρώστια.
Ξέρει μονάχα για τη νωθρή ανταύγεια
των άστρων, το στάλαγμα του φεγγαριού˙ ξέρει
γιατί, πελούζες και βραγιές, έχουν ισοπεδωθεί.

Και τότε η πληρότητα συντρίβεται.
Μια κραυγή ανθρώπινη διαπερνάει τ’ όνειρο.
Εν’ άγριο χέρι συνθλίβει έν’ ανοιχτό τριαντάφυλλο.
Είμαστε μαγεμένοι, γητεμένοι.


μτφ.: Σπύρος Τσακνιάς


27 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα αμερικάνικη ποίηση και Τζάζ: Λώρενς Φερλινγκέτι και Miles Davis




Το μάτι του ποιητή


Το μάτι του ποιητή πρόστυχα καθώς βλέπει
βλέπει την επιφάνεια του σφαιρικού κόσμου
με τις μεθυσμένες ταράτσες του
και τα ξύλινα oiseaux στα σκοινιά της μπουγάδας
και τα πήλινα αρσενικά και θηλυκά
με πόδια καυτά και στήθη μπουμπούκια τριαντάφυλλων
σε πτυσσόμενα κρεβάτια

Και τα δέντρα του όλο μυστήριο
και τα κυριακάτικα πάρκα του και τα άφωνα αγάλματα
και την Αμερική του
με τις πόλεις φαντάσματα και τα έρημα νησιά Έλις
και το σουρεαλιστικό τοπίο με
άμυαλα λιβάδια
προάστια σουπερμάρκετ
ατμοθερμαινόμενα κοιμητήρια
άγιες μέρες σε σινεμασκόπ
και διαμαρτυρόμενες καθεδρικές

Ένας κόσμος στεγανός στα φιλιά
γεμάτος πλαστικά καθίσματα τουαλέτας ταμπάξ και ταξί
ντροπιασμένους καουμπόηδες και παρθένες του Λας Βέγκας
αποκηρυγμένους ινδιάνους και κινηματογραφόφιλες παραδουλεύτρες
μη-ρωμαίους συγκλητικούς και ευσυνείδητους μη-αντιρρησίες
κι όλα τα άλλα μοιραία ψαλιδισμένα αποκόμματα
του ονείρου του μετανάστη
που παραβγαίνουν αληθινά
και παρατημένα
ανάμεσα σ’ αυτούς που κάνουν ηλιοθεραπεία.

μτφ.: Ρούμπη Θεοφανοπούλου




26 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα αμερικάνικη ποίηση και Τζάζ: Τζάκ Κέρουακ και Τσάρλυ Πάρκερ




Τζάκ Κέρουακ – Mexico City Blues

 110ο Χορικό


Ξέρω τον τρόπο ν’ αντέχω το δηλητήριο
Και την αρρώστια που γνωρίζει ο άνθρωπος,
Μέσα σ’ αυτό το κενό. Δεν είμαι μαθητούδι
Όταν φτάνει η στιγμή να θυμηθώ
Την αιωνιότητα των βασάνων
Που έχω σιωπηλά διατρέξει,
Δίχως παράπονο, νιώθοντας μέσα μου
Τον πόνο το ύψιστο, εεε, μυστήριο.
Τ’ απογεύματα όταν ήμουν παιδί άκουγα
Τα ραδιοφωνικά προγράμματα για να παρακολουθώ
Τη σαβούρα ανάμεσα στις ανακοινώσεις,
Γνωρίζοντας πως ο τσακισμένος είναι ευτυχής
Μόνο και μόνο γιατί είναι αρκετά
Τρελός ώστε να εκτιμά κάθε τι
Ασήμαντο που προβάλλεται εκεί μέσα
Στην καταιγιστική πληθώρα του ματιού του
Υπερβατικός εσωτερικός Νους
όπου υπέροχα ακτινοβόλα Φορεία
μεταφέρουν οι ελέφαντες
μες στους δεντρόκηπους που κυλά γάλα
πέρα από παράδεισους καταρρακτών
στην κοιλάδα με τα αστραφτερά πετράδια
βαθυπόρφυρο καθιστώντας έναν αρχαίο ωκεάνιο
βυθό μη-ανακαλυφθέντος μεγαλείου
στην καρδιά της δυστυχίας

225ο Χορικό


Το κενό που είναι τόσο ελκυστικό
                στη διάρκεια του ύπνου
Δεν έχει θέση και ούτε μοτίβο˙
Κι όμως συνεχίζω ακατάπαυστα την πνευματική αναζήτηση
Και την γεωγραφική περιπλάνηση
Για να βρω το Ιερό Γάλα Εντός
Που η Νταμέμα χάρισε σε όλους.

Η Νταμέμα, η Μητέρα κάθε Βούδδα.
                Του Γάλακτος Μητέρα

Μες στο σκοτάδι χολωμένος διαμαρτύρομαι
Με τον πιο ηλίθιο εαυτό μου
Γιατί υποκρίνομαι πως πιστεύω
Στην πραγματικότητα των πάντων
Ειδικά στην επονομαζόμενη πραγματικότητα
Της μεταβίβασης της Πειθαρχίας
Ολάκερη τη δοκιμή στην καλύβα της ερήμου
Και την υπεράνθρωπη μοναξιά
Και την αδιάκοπη φωτισμένη έκσταση
Στην ύπαιθρο δίχως έγνοιες
Και τοίχους να σε περικλείνουν
Τον Φωτεινό Εσωτερικό Παράδεισο
Της Έναστρης Νύχτας
Του απομεσήμερου του Μορφασμού του Σύννεφου-
                Ω, Αχ, Χρυσός, Μέλι,

                Έχασα τον δρόμο μου.

μτφ.: Γιάννης Λειβαδάς


25 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα: αμερικάνικη ποίηση και Τζάζ: Adrian Henri και Charles Mingus




Απόψε το μεσημέρι


(για τον Τσάρλς Μίνγους και τους Κλέυτον Σκουέρς)

Απόψε το μεσημέρι
Οι υπεραγορές θα διαφημίζουν τις πραμάτειες τους 3 πέννες ΠΑΡΑΠΑΝΩ
Από ψε το μεσημέρι
Παιδιά από ευτυχισμένες οικογένειες θα παν σαν ζήσουν σ’ ένα σπίτι
Οι ελέφαντες θα λένε μεταξύ τους ανθρώπινα ανέκδοτα
Η Αμερική θα κηρύξει την ειρήνη στην Ρωσία
Οι στρατηγοί του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου θα πουλούνε παπαρούνες στους δρόμους στις 11 Νοεμβρίου
Θα φανούν οι πρώτοι ασφόδελοι του φθινοπώρου
Όταν τα φύλλα θα πέφτουν ανοδικά στα δέντρα

Απόψε το μεσημέρι
Τα περιστέρια θα κυνηγούν τις γάτες στις πίσω αυλές της πόλης.
Ο Χίτλερ θα μας πει να πολεμήσουμε στις ακτές και στα πεδία προσγείωσης
Μια σήραγγα γεμάτη νερό θα κατασκευασθεί κάτω απ’ το Λίβερπουλ
Θα φανούν γουρούνια να πετάν σε σχηματισμό πάνω απ’ το Γούλτον
κι ο Νέλσον θα ξαναποχτήσει όχι μόνο το μάτι του μα και το χέρι του
Οι Λευκοί Αμερικάνοι θα κάνουν διαδηλώσεις ζητώντας ίσα δικαιώματα μπροστά στο Μέλανα Οίκο
και το Τέρας μόλις έχει δημιουργήσει το Δρα Φράνκενστάιν

Κορίτσια με μπικίνι κάνουν σελινοθεραπεία
Τα λαϊκά τραγούδια θα τραγουδιούνται από αληθινό λαό
Οι πινακοθήκες θα είναι κλειστές σ’ ανθρώπους πάνω σπ’ τα 21
Οι ποιητές συγκεντρώνουν τα ποιήματά τους στα 20 Κορυφαία
Οι πολιτικοί εκλέγονται στα ψυχιατρεία
Υπάρχουν δουλειές για όλους και κανένας δεν τις θέλει
Στις παράμερες αλέες παντού έφηβοι εραστές φιλιούνται
στο φως της ημέρας
Σε λησμονημένα κοιμητήρια παντού οι νεκροί ήσυχα
θάβουν τους ζωντανούς
και
Θα μου πεις πως μ’ αγαπάς
απόψε το μεσημέρι

Σημειώσεις:


Απόψε το Μεσημέρι: ο τίτλος του ποιήματος είναι από το δίσκο μακράς διαρκείας του Τσάρλς Μίνγους «Απόψε το μεσημέρι», Ατλάντικ 1461

μτφ.: Κλείτος Κύρου


22 Νοεμβρίου 2013

Θεοχάρης Παπαδόπουλος




ΤΡΟΧΑΙΟ 

Στο δρόμο περνάνε τ’ αυτοκίνητα.
Ατέλειωτο κομβόι,
οι σκέψεις σου στην άσφαλτο τσουλάνε.
Ξαφνικά, ακούς φωνές,
τροχαίο δυστύχημα,
αίμα στην άσφαλτο
και σίδερα σπασμένα.
Οι σειρήνες σου σκίζουνε τα αυτιά.
Οι σκέψεις άναψαν τσιγάρο
μήπως και κρύψουνε τη θλίψη στον καπνό,
για τη ζωή που αδιάφορα κυλά
για να χαθεί το ίδιο αδιάφορα
μπροστά μας. 

21 Νοεμβρίου 2013

Νίκος Κυριακίδης




«...και που να σας πάω;»


Είμαι πολυ χλωμός
Μυρίζω Βαλκάνια
Έχω μάθει στα κενά
Ποτέ δεν θα γράψω,
την «Προφητεία»*.
Κει πέρα, οι σεισμοί γίνονται στη στεριά
Δεν απορροφάται τίποτε.
Βασιλεύει η σκόνη
Τα φίδια είναι ελεύθερα
Τα παιδιά το ξέρουν σαν πονούν.
Ο καπνός είναι παχύς: πιάνεται, μασουλιέται.
Συνήθως είμαι περιττός.
Είμαι ένας ακόμη ψεύτης, μ’ ερωτηματικά
Μου μιλούν, δεν τους μιλώ
Οι γυναίκες ιδίως… αυτές, που δεν καταλαβαίνω.
Δεν είμαι καν πολύχρωμος
-κι έχουμε μπόλικους στα Βαλκάνια-
Κάθομαι κι ενω περνάει ο καιρός,
Aσπρίζω.
Τ΄όνομά μου δε μοιάζει της γης.
Είμαι ένας χλωμός άτονος άνθρωπος
Περιμένω τα όνειρα

Για να ζήσω.

*Η προφητεία
Aztec
Τη νύχτα μια φωνή ακούστηκε στον αέρα: μια γυναίκα που φώναζε: "Ώ παιδιά μου, πρέπει να φύγουμε μακριά". 
Μερκές φορές φώναζε: "Ώ παιδιά μου, και που να σας πάω;"
(Μτφ: Ειρήνη Βρής,"Στα ίχνη του πολέμου"-Εκδόσεις "Οδός Πανός")

19 Νοεμβρίου 2013

Ηλέκτρα Λαζάρ




ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Φοβερές ημέρες...

Γνωρίζω την απουσία καθώς
αυτή
διέπεται από τη γενέθλια μέρα
του μίσους
και του θυμού
και του μνήματος
εκεί, που σιγοκάθεται μία μητέρα
με το σκισμένο το καλσόν
και τις απορημένες φλέβες.
Δίχως να το θέλω βοηθώ
τον αιώνιο εμπαιγμό, έναν γέρο ζόρικο
που μασάει πέτρες.
Και με κοιτάει με το λακωνικό του μάτι
έχοντας χωμένο το χέρι χαμηλά
στον συνειρμό της μήτρας.
Φυσάει       στη συνοικία των παιδικών μου χρόνων
παρασέρνοντας
τους οργασμούς τους όξινους
και τα παιδιά με τα βρώμικα αθλητικά παπούτσια.
Να συνυπάρξω θέλω με τη βουή των
ολοφώτιστων στοιχειών
με το παρελθόν
παραπατώντας μπρος στα μάτια γνωστών
προσώπων
μέσα σε μία ζάλη εκστατική,
να δείξω τα δόντια σε όσους μου γνέψουν.
Όλα τα κτίρια αδειάσανε
θωρώ μία χαβούζα κοιλιά,
παραγεμισμένη μέσα στο χρόνο
που πάντοτε ξερνά σε ανύποπτους διαβάτες.
Τα ηδονικά πρόσωπα μεγαλωμένα
αναιδή, μουτζουρωμένα
κράζουν για προσοχή -
κοιτάζω όπου κοιτάζουν,         διάφανες ζωές
περικυκλώνουν το μηδέν...
Μαζεύω τις σακατεμένες μέρες μου,
τις στολίζω με γιατί,
όσα χέρια έχω δίπλα μου σκαλίζουνε τα χρόνια
που πόνεσα
που χάθηκα
που μέθυσα
που γέρασα...
Και μετρώ τα χρόνια,   τα    χέρια  μετρώ.

Ακόμα μετρώ. 

18 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα στην ελληνική ερωτική ποίηση: Γιάννης Ρίτσος




από το «Γυμνό σώμα»

Το κρεβάτι, τα τσιγάρα,
το σώμα σου σ’ όλο το χώρο-
το άγαλμα του αίματός μου.

Ανάβω σπίρτα,
κόβω τα νύχια μου,
τρυπάω τα σεντόνια.
Λείπεις.

Είχες πει:
αγαπώ τα μαλλιά σου.
Τα μαλλιά μου μεγάλωσαν.
Μ’ έκρυψαν.

Υποσχεμένος μήνας.
Υποσχεμένη μέρα
Θάθω –είπες.
Περιμένω στην πόρτα.
Η πόρτα
είναι γεμάτη σφραγίδες.

Αυτά τα ελάχιστα
για μας τους δυο
πόσο μεγάλα.
Όλα.

Όχι τσιμέντο.
Άδειο
διαπερασμένο
απόνα σιδεροδοκό.

Τα ρούχα σου,
ζεστά απ’ το σώμα σου,
σε ποια καρέκλα; πού;
είναι ριγμένα;

Ο καφές, το τσιγάρο,
η αναμονή,
η αναμονή, το τσιγάρο.
Τα μάτια μου είναι πιο γαλάζια.

*

Περιμένοντάς σε
ξέχασα να παρατηρώ΄.
Τ’ όνειρο με κρατάει
στόνα του χέρι
γερμένον στον ώμο σου.

Το σώμα σου αόρατο.
Απλό.
Δυο πουλιά στις μασκάλες σου.
Ένας σταυρός στα στήθη σου.
Θάνατος τίποτα.

Όχι. Όχι.
Η ανάμνηση του σώματος
δεν είναι σώμα.
Σφίγγω
συμπυκνωμένο αέρα.

Με συσχετίσεις,
με ομοιώσεις,
σε αναπλάθω
κατά τμήματα.
Δεν ακεραιώνομαι.

Είπα παράθυρο.
Δεν είταν.
Όλα τα παράθυρα ανοίγουν προς εσένα.

Το απερίφραστο –έλεγε-
εξοστρακίζει το ποίημα.
Ας είναι.
Προτιμώ το σώμα σου.

Κείνη η καρέκλα.
Πάντα.
Εκεί που καθόσουν.
Αμετακίνητη.

Έλεγες:
είμαι εσύ, εσύ, εσύ.
Κι εγώ;
Εσύ
κ’ ήρθες.

Χιλιάδες φορές
ξανάπα τ’ όνομά σου.
Δεν σε είπα.
Τ’ όνομά σου ανεξάντλητο.

Υποσχόμενη μέρα.
Κ’ ήρθες.
Φωτιά και καπνός.
Καπνός και νύχτα.
Το κρεβάτι καίγεται.
Από φωτιά τα φτερά μας.
Δεν καίγονται.

17 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα στην ελληνική ερωτική ποίηση: Τάσος Λειβαδίτης




Οι γυναίκες με τ’ αλογίσια μάτια


(απόσπασμα)

Η Ελένη, γυμνή, κυλιέται πάνω στο κρεβάτι, σχεδόν αδιάφορη για τον εραστή
ολότελα άγνωστη για τον εαυτό τους –σα να πάλευε να ξεφύγει το τεράστιο χέρι του Θεού,
που την έσφιγγε. Όταν τέλος, ύστερ’ από μια ολόκληρη περιπλάνηση στην αιωνιότητα,
ξαναγύρισε στο δωμάτιο 27 του ξενοδοχείου, φοβήθηκε απ΄ την ερημιά της
κι ανατρίχιασε. Και πήρε το σεντόνι και σκεπάστηκε.
Ο εραστής συλλογίζεται: «Έτσι κάνουν όλες, ντρέπονται ύστερα».
Δεν ήταν παρά ένας άντρας ατέλειωτα φτωχός, όπως όλοι εκείνοι
που πιστεύουν στον εαυτό τους. Ήθελε να ζήσει
και δεν υπάρχει άλλος τρόπος ζωής, έξω απ’ τη ματαιοδοξία.
Ενώ πίσω από κάθε τους φιλί, κρυμμένο, παραμόνευε το τέλος
οριστικό και αμετάκλητο
σα μια αριθμητική.

[…]

Κι η κρύπτη της, γυμνή, μοιάζει τώρα μ’ εν’ απόμακρο ρημοκλήσι
πνιγμένο στα χόρτα και τη μοναξιά. Ο άλλος, ο εραστής,
ήταν απλώς ο εραστής –σαν ένα κομμάτι θαμπό ζυμάρι που παίζουν τα παιδιά
φτιάχνοντας ένα σωρό απίθανα σχέδια. Ώσπου τελικά βαριούνται
και το πετάνε. Μα τα μεγάλα, σοφά, μητρικά χέρια μαζεύουν
αυτά τα παιχνίδια απ’ όλες τις γωνιές της γης
και τα σμίγουν με τα’ άλλο ζυμάρι και τα ξαναπλάθουν
σε αιώνιο ψωμί. Και τα παιδιά μεγαλώνουν
τρώγοντας την ίδια τους την παιδικότητα.

[…]

16 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα στην ελληνική ερωτική ποίηση: Γιώργος Σαραντάρης




Αισθησιασμός


Προϋπάρχει η γυναίκα που αγαπάω
Αλλά τώρα φανερώνεται
Και διαβαίνει την ώρα
Αφηρημένη στον έρωτα
Ανάλαφρα λυτρωμένη
Από μια αόριστη αμαρτία˙
Σε μιαν αμίλητη οπτασία
Το βλέμμα της διάγει το διάστημα
Το ίσιο της σώμα λιώνει,
Κι αυτή πεθαίνει
Στα χείλη ακουμπισμένη
Χαμένη τους κόρφους της
Στις απαλάμες μου.

Ήταν γυναίκα ήταν όνειρο…


Ήταν γυναίκα ήταν όνειρο ήτανε και τα δυο
Ο ύπνος μ’ εμπόδιζε να τη δω στα μάτια
Αλλά της φιλούσα το στόμα την κράταγα
Σαν να ήταν άνεμος και να ήταν σάρκα
Μου ‘λεγε πως μ’ αγαπούσε αλλά δεν το άκουγα καθαρά
Μου ‘λεγε πως πονούσε να μη ζει μαζί μου
Ήταν ωχρή και κάποτε έτρεμα για το χρώμα της
Κάποτε απορούσα νιώθοντας την υγεία της σαν δική μου υγεία
Όταν χωρίζαμε ήτανε πάντοτε νύχτα
Τα’ αηδόνια σκέπαζαν το περπάτημά της
Έφευγε και ξεχνούσαν πάντοτε τον τρόπο της φυγής της
Η καινούργια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώσει
Ήταν ήλιος ήταν πρωί όταν τραγουδούσα
Όταν μόνος μου έσκαβα ένα δικό μου χώμα
Και δεν τη σκεφτόμουνα πια εκείνη

Γιατί λες;


Γιατί λες πως η άνοιξη δεν φταίει;

Τα τραγούδια της σκόρπισαν τον τρόμο
Στην αμμουδιά όπου γελούσε ο πόθος

Από λουλούδια μακριά
Έφτανε ανέλπιστη
Η βοή της αγάπης

Μαζεμένοι κοιτάζαμε
Κι άξαφνα το νερό
Είχε σταματήσει να παίζει

Από ψηλά κατέβαιναν
Οι φωλιές των πουλιών
Τα χέρια μας μάθαιναν
Να κεηλαηδούν
Τα πουλιά δεν έπεφταν πια
Όλες μας οι φωνές
Είχαν καθίσει στον ουρανό

Ο θάνατος δεν τράβαγε μια τουφεκιά
Οι βρύσες ψιθύριζαν στ’ αφτιά μας
Το βύσσινο μιας μέρας παιδικής

15 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα στην ελληνική ερωτητική ποίηση: Άρης Αλεξάνδρου




Άννα


1


Όλο μιλάω για γραμμές επίπεδα και πέτρες
για να μην τύχει και προσέξεις
πόσο διστάζω να σε αγγίξω
σαν τον κατάδικο που στέκει μες στη νύχτα
διστάζοντας να βάλει το απολυτήριο στην τσέπη
γιατί το ξέρει
πως τόσο φως δε θα το αντέξει.

2


Είχα πάντα έτοιμο
ένα μικρό μπουκάλι που θα ‘ριχνα στη θάλασσα.
Βόρειο πλάτος –αλλάζει κάθε μέρα
μεσημβρινός –αλλάζει κάθε νύχτα
στίγμα –οι χειροπέδες μου.
Δεν το ‘ριξα ποτέ.
Φαίνεται πως πάντοτε υπήρχες.
Όσο υπάρχεις
ταξιδεύω.

3


Θα σε βρω.
Όπου πατάς
πέφτουν πράσινα φύλλα.

4


Ίσως και να ‘σαι πρόφαση
όπως προφασίζομαι τα φύλλα
κ’ έχω κατά νου μου το νερό
όπως μιλάω για γεράνια
και βλέπω εκεί που αγγίξανε
τα χείλη σου το φως.

5


Τις νύχτες σκάβαμε κρυφά
μια υπόγεια σήραγγα.
Με ένα σουγιά με ένα πιρούνι με τα νύχια
σκάβαμε τις πέτρες
ξέροντας πως θα φτάσουμε το πολύ ως τη θάλασσα.
Κι όμως μας είτανε ανάγκη
να βλέπουμε τα χέρια μας να ζούνε
μου είτανε ανάγκη
να βλέπω πως κοντεύω πόντο πόντο
να σε φτάσω.

6


Μαζί σου δε διστάζω να μιλήσω
πιο σιγά κι από ένα δέντρο στο σκοτάδι.
Μαζί σου η φωνή μου θα διακόψει τη σιωπή
σαν την αγάπη που διακόπτη για μια νύχτα
τη ζωή μας.

7


Ήθελε να ζήσει
όσο θέλουμε κ’ εμείς
κι όμως τον σκοτώσανε.
Είχε ένα χαμόγελο
σαν τη στιγμή που στρίβω τη γωνία
και βλέπω φως
στο παράθυρό σου
κι όμως τον σκοτώσανε.
Μπόρεσε και δέχτηκε πως θα τον ξεχάσουμε
όπως ξεχνάς μια πέτρα που κρατάει το σπίτι σου
κι όμως τον σκοτώσανε.

1952

14 Νοεμβρίου 2013

Αφιέρωμα στην ελληνική ερωτική ποίηση: Νίκος Καρούζος - 5 ερωτικά αποσπάσματα




Μικρή γυναίκα βλέποντας τη συμφορά
έχουν μεθύσει τα μέλη σου από έρωτα
που θύεται αγνότερος αντίκρυ στ’ άστρα.
Κι εγώ θα μείνω μια βρόμικη προσευχή
με κρύσταλλα χρωματιστά
ψηλά χαμένος.

*

Μια γυναίκα κλαίει στον ίσκιο της φωνής-
ω χλοερά γόνατα- και φεύγει
το κακό σαν άχρηστο ζώο.
Έβλεπα τα στήθη της
κι ήτανε βράδυ πολύφυλλο και φωτισμένο.
Σα μίσχος άνθους ο χρόνος
αθώα υψούμενος.

*

Η γυναίκα βαθαίνει το κορμί
πότε την ψυχή με τους ήλιους της
αλλάζει την όραση σε σκοτεινό δρόμο
είναι δίχως τρόμο.
Παίρνω τη λύπη σαν κλουβί
πουλιά δεν έχω
γυρίζοντας απ’ τα μαλλιά της
βλέπω το κέρδος δειλιασμένο
δροσερός από τρόμο.

*

Η αγάπη δεν υπάρχει στο σώμα
δεν είναι καν το περιστέρι όταν χιονίζει ευτυχία
δεν τη βλέπω στο γενετήσιο μάκρος.

*

Είσαι μια ήπειρος του στήθους απ’ τα βάθη των φυλών
είσαι πλανόδια σαν το φεγγάρι
ο πόνος είναι πλόκαμος κι η αγάπη σου υδράργυρος
γυναίκα, πείσμα της Ασίας.
Όταν αφήνεις ένα βλέμμα στις κοιλάδες να ωριμάζει
καθώς οι άνεμοι το ταξιδεύουν ως τα ύψη
νέμεσαι τα κλαδιά και χύνεις δηλητήρια μες στο φεγγάρι.
Μόνη σα φόνος κατοικείς τη συνείδηση
συνωμοτώντας αντίκρυ στις θεότητες των πουλιών
εσύ με μαύρα ποταμικά μαλλιά
εσύ πάλι και πάλι με σκοτεινά μάτια.
Λέω στον ήλιο να σταθεί χωρίς την αγαθότητα
σχίζοντας το μεγάλο χρώμα του ονείρου
στον ήλιο να σε πολεμήσει με βοερό θειάφι
και να γκρεμίσει όλη τη θύμηση που με παιδεύει.
Νά οι καιροί στα βήματά σου μ’ έφεραν
οι φυτικοί δεινόσαυροι τα ουράνια πλάτη
μια δέσμη χαλαρή του αίματος έτοιμη να σκορπίσει

τότε που φώναζα δίχως απόκριση: Θέλω να γίνω γαλάζιος.

13 Νοεμβρίου 2013

e.e. cummings - 5 ερωτικά ποιήματα




το ένα δεν είναι μισό δύο. Είναι τα δύο μισό του ένα:
κι αν ξανά ολοκληρωθούν αυτά τα μισά, δε θα τύχει
θάνατος κι όποια ποσότητα˙ μα από
όλα τ αριθμητά πλείστα το αληθινά περσότερο

πειράζει αυτούς που αγνοούν την αυστηρή θαυμάσια
αυτή την κάθε αλήθεια –να φυλάγεσαι απ’ αυτούς τους άκαρδους
(όταν το νυστέρι του δοθεί, ανατέμνουν το φιλί˙
ή, ξεπουλάνε τη λογική και ξονειρεύουν τ όνειρο)

το ένα είναι το τραγούδι που δαιμονικά κι άγγελοι τραγουδάνε
όλα τα δολοφόνα ψέματα που λέγονται από τους θνητούς κάνουνε δύο.
Οι ψεύτες ας μαραίνονται, ξεπληρώνοντας τη ζωή που τους δανείστηκε˙
εμείς (με κάποιο δώρο που το λεν γέννηση με τον πεθαμό) πρέπει ν αναπτύξουμε

βαθιά στο σκοτεινό ελάχιστο τους εαυτούς μας να θυμούνται
πως η αγάπη μόνο ιππεύει τη χρονιά του.
Όλα χασ’ τα, τ’ όλο βρες

*

θα σαι πάνω απ όλα τα πράγματα χαρούμενος και νέος.
Γιατί αν είσαι νέος όποια ζωή κι αν φοράς

θα γίνει εσύ˙ και αν είσαι χαρούμενος
του οτιδήποτε η ζωή εσύ θα γίνει.
Τα κοριτσάγορα τίποτα πιο πολύ απ τα αγοροκόριτσα ας μην έχουν ανάγκη:
μπορώ μονάχα αυτήν ολότελα ν αγαπάω

που τ όποιο της μυστήριο κάνει κάθε άντρας
τη σάρκα να ντυθεί το διάστημα κι ο νους του να ξεντύνεται το χρόνο

να σκεφτείς ποτές σου, ας τα απαγορεύσει ο θεός
και (στην ευσπλαχνία του) τον αληθινό σου εραστή ας φεισθεί:
γιατί έτσι η γνώση ψεύδεται, ο εμβρυακός τάφος
που τον λένε πρόοδο, κι η άρνηση είναι πεθαμένη όχι καταδίκη.

Καλύτερα να μάθαινα από ένα πουλί ένα τραγουδώ
παρά δέκα χιλιάδες άστρα να διδάξω εγώ να μη χορεύουν.

*

Αν δε μπορείς να φας πρέπει να

καπνίσεις και δεν έχουμε
τίποτα να καπνίσουμε: έλα μικρό μου

ας κοιμηθούμε
αν δε μπορείς να καπνίσεις πρέπει να

Τραγουδήσεις και δεν έχουμε

τίποτα να τραγουδήσουμε˙ έλα μικρό μου
ας κοιμηθούμε

αν δε μπορείς να τραγουδήσεις πρέπει να
πεθάνεις και δεν έχουμε

Τίποτα να πεθάνουμε, έλα μικρό μου

ας κοιμηθούμε
αν δε μπορείς να πεθάνεις πρέπει να

ονειρευτείς και δεν έχουμε
τίποτα να ονειρευτούμε (έλα μικρό μου

Ας κοιμηθούμε)

*

πάνω μέσα στη σιωπή την πράσινη
σιωπή με την άσπρη γη εντός της

εσύ θα (φίλα με) πας

έξω μες στο πρωί το νέο
πρωί με το ζεστό κόσμο εντός του

(φίλα με) εσύ θα πας

πιο πέρα μες στο ηλιόφως τ ωραίο
ηλιόφως με τη σταθερή μέρα εντός του

εσύ θα πας (φίλα με

κάτω μέσα στη μνήμη σου και
μια μνήμη και μνήμη

εγώ) φίλα με (θα πάω)

*

η αγάπη είναι μια πηγή όπου
τρελοί πίνουν αυτοί που ανέβηκαν
πιο απόκρημνη απ’ ό,τι οι ελπίδες είναι φόβοι
μόνο ποτέ ονοματισμένα
βουνά πιο πολύ αν απ’ ό,τι κάθε
γνωστή ολότητα εξαφανίζεται

οι εραστές είναι ανέμυαλοι αυτοί
ψηλότερα απ’ ό,τι οι φόβοι είναι ελπίδες
εραστές είναι αυτοί που γονατίζουν
εραστές είναι τούτοι που τα χείλη τους
θρυμματίζουν ανεφάνταστο ουρανό
βαθύτερα απ’ ό,τι τα ουράνια και η κόλαση

μτφ.: Σωκράτης Σκαρτσής

12 Νοεμβρίου 2013

Μια κριτική παρουσίαση της συλλογής "Δρόμοι με ματωμένα γόνατα" του Νίκου Κυριακίδη



Η παρουσίαση της συλλογής "Δρόμοι με ματωμένα" του Νίκου Κυριακίδη που εκφωνήθηκε από την Άντα Ζαφειροπούλου στα πλαίσια του 12ου Φεστιβάλ Βιβλίου στην Κουρούτα τον Αύγουστο του 2013.

της Άντας Ζαφειροπούλου

Είμαι εδώ σήμερα για να μοιραστώ μαζί σας τις εντυπώσεις μου από την πρώτη ποιητική συλλογή του Νίκου Κυριακίδη με τίτλο "Δρόμοι με ματωμένα γόνατα". To βιβλίο χωρίζεται σε 4 ενότητες, κάθε μια εκ των οποίων «προλογίζεται» κατά κάποιο τρόπο από ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη, της Τζόυς Μανσούρ, Μέλπως Αξιώτη, και του Τomas Sterns Eliot, και εντοπίζοντας αυτόν τον διαχωρισμό πριν καν διαβάσω τα ποιήματα, η πρώτη μου σκέψη ήταν «Νίκο Κυριακίδη, προκαλείς!».

Ως αναγνώστης είχα καθαρίσει και είχα αδειάσει τη σκέψη μου για να δεχθώ χωρίς υποκειμενικές επιρροές τα όσα γράφει ο ποιητής, προκειμένου να τα «δω» όσο πιο αντικειμενικά γίνεται και μετά να τα αφήσω να πάρουν τον όποιο υποκειμενικό χαρακτήρα μέσα μου. Αλλά αυτές οι ποιητικές ταμπέλες που υπάρχουν πριν από κάθε ενότητα, μου γέννησαν προσδοκίες που πριν δεν είχα (ή τουλάχιστον είχα προσπαθήσει να αποβάλλω) σχετικά με το τι θα διάβαζα. Εκ των υστέρων, οφείλω να παραδεχθώ ότι δεν θα γινόταν να υπάρχει πιο κατάλληλη πρόκληση, και σπεύδω να εξηγήσω γιατί.

Η πρώτη ενότητα ξεκινά με μερικές αράδες του Μίλτου Σαχτούρη, «Τα Ταξίδια», ποίηση με έντονες επιρροές από υπερρεαλισμό γραμμένη σε γλώσσα λιτή, από έναν ποιητή του παραλόγου και του συμβολισμού που σκιαγραφεί την εικονοποιία της μεταπολεμικής περιόδου.

Τηρουμένων των αναλογιών, και ο Νίκος Κυριακίδης, μια ίδια ατμόσφαιρα περιγράφει, μεταπολεμική, αν όχι εμπόλεμη, αυτή που ζούμε σήμερα. Οι ήρωές του υπομένουν σιωπηρά, δίχως κουράγιο να αντισταθούν σε μία καθημερινότητα που τους εξαθλιώνει.

 «Που πήγαν οι θυμωμένοι; Πόση υπομονή έχουν ακόμα οι ανυπόμονοι;»

αναρωτιέται και ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι μιλά για αυτόν, τον αδρανή, κουρασμένο πολίτη του σήμερα που σιωπά ενώ μέσα του εξεγείρεται, που περιμένει, ενώ μέσα του επιθυμεί με βιασύνη την αλλαγή, τη βελτίωση.

«Κανείς δεν είχε γείτονες στα κοντινά σπίτια»

παρατηρεί, σκιαγραφώντας την μοναξιά, την απομόνωση, την αποξένωση που βιώνει ο σύγχρονος άνθρωπος εξαθλιωμένος οικονομικά και καταρρακωμένος ψυχικά. Ως λαός πιστεύαμε πως «ιστορία γράφουν οι παρέες». Στα μάτια του ποιητή, τώρα περιμένουμε κάτι άλλο. Σας διαβάζω απόσπασμα από το «Θλιμμένο» ποίημα του:

Κάτι άλλο θα φέρει το καράβι. Όχι τσάι για τη ζέστη, Όχι κορίτσια σε παρέες μικρές,
Αυτά ταξιδεύουν συνήθως χειμώνες
Και πάντα με τρένο.
 Οι φήμες λένε για έναν αρλεκίνο. Μήπως κάνει τις μέρες μας αληθινές
Τις διακοπές των φτωχών λειτουργία.
Δεν ήρθε…
Άρχισαν οι ανίες. Ξανανοίξαμε το συρτάρι μας, Το φωτάκι πριν κοιμηθούμε.
Όλοι υποθέτουν πως σε λίγο ως συνήθως,
Κανείς δε θα θυμάται-
Περιγράφοντας κάποιες φωτογραφίες. Και επικήδειοι σιγανοί μιας αναμονής.
Επισκεπτηρίου;

Θλιμμένοι όπως το ποίημα μοιάζουμε, κι όπως ο ίδιος ο ποιητής αναφέρει στο ποίημα «Στους δρόμους», στο δρόμο είμαστε, και δεν ξέρουμε αν «πενθούμε ή ποθούμε» όπως λέει. Ο ίδιος καταλήγει:

 «Όχι, ποθούμε, στα νεκροταφεία μέσα, στις αρνήσεις χωρίς έτοιμη σωτηρία, στο τυφλό πείσμα, στην επιμονή σαν βγάζει τη γλώσσα στην υπομονή. Ποθούμε».

Κάπως έτσι η πρώτη ενότητα του βιβλίου απαθανατίζει τις εικόνες που βλέπει ο ποιητής σε αυτό το πρώτο του ταξίδι σαν σε παλιά φωτογραφία, με νέα πρόσωπα όμως, με τα δικά μας πρόσωπα, με τα πρόσωπα όσων προσπαθούν μα δεν καταφέρνουν, όσων δεν αδίκησαν, μα αδικούνται από μία κοινωνία που στενάζει.

Η δεύτερη ενότητα ξεκινά με μία ρήση της αιγύπτιας, μάλλον προκλητικής σουρρεαλίστριας Τζόυς Μανσούρ, που φέρει τον τίτλο «Του αίματος». Στα ποιήματα που την ακολουθούν ο έρωτας μοιάζει σκοτεινός, ο θάνατος άκαρδος. Ο ποιητής περιγράφει τα «Θέρετρα Φασισμού» που χτίζονται γύρω μας και το πώς έχει καταντήσει ο άνθρωπος εξαιτίας τους. Διαβάζω:

Οι συνετοί λούφαξαν στα κρεβάτια τους. Καμιά φλυαρία. Καμιά αυτοκτονία. Τώρα οι φαντάροι δεν αλληλοπυροβολούνται. Τώρα οι αρμονίες ενηλικιώθηκαν- Έγιναν κραυγές.

Μέσα σε αυτά τα τείχη και σε αυτές τις κραυγές συχνά ξεπηδούν εικόνες σαν την ακόλουθη:

«Ο μικρός ξεμύτισε απ΄ τον κάδο με μια μισάνοιχτη συσκευασία κιμά, ένα χαρτονένιο κουτί τσαλάκα, με δυο κομμάτια πίτσα αναψοκοκκινισμένος. Πεισματάρικα.»

Κάπως έτσι ο έρωτας, ο θάνατος, και η Ιστορία, μέσα από αναφορές σε πρόσωπα όπως ο Ν. Ζαχαριάδης, συνδέονται αποδεικνύοντας μία αέναη επαναλαμβανόμενη εσωστρέφεια που σταδιακά εντείνεται καταλήγοντας πάντα στα ίδια αποκαρδιωτικά ρήγματα της κοινωνίας μας.

Μέσα σε μία τέτοια ατμόσφαιρα, η εισαγωγή στην τρίτη ενότητα του βιβλίου με τα λόγια της Μέλπως Αξιώτη φέρνει στο προσκήνιο τη Μνήμη, χαρακτηριστική επιρροή της δικής της ποίησης. Η γυναίκα που «θυμάται πια μόνον κάποιες λέξεις-κυρίως ονόματα» στο ποίημα του Κυριακίδη με τίτλο «Κρύωνε»,  οι όμορφες λέξεις που «κάνουν τους γέρους πιο αξιοπρεπείς στο τέλος» στο ποίημα «Τα Άκρα», το κορίτσι της «Καλλιδρομίου» που «πήρε μίαν ηδονή και την έφτιαξε κατανόηση», «Κάποιοι ψαράδες άθεοι και χαρτοπαίχτες» που «θυμήθηκαν άξαφνα τον τελευταίο της χορό» στο ποίημα «Γιατί δεν κάθονται τελικά σε κανέναν», το όνειρο από εψές το βράδυ, η «Γενέθλιος Ημέρα Πρώτη» που σε τίποτα δεν διαφέρει από τις υπόλοιπες ημέρες, το «Τουρνικέ» στα γήπεδα κάποτε, όλες αυτές οι αναφορές στην ποίηση του Κυριακίδη έρχονται να ζωντανέψουν το παρελθόν μέσα από ένα πρίσμα του σήμερα, λειτουργώντας ως απόπειρα ανάπλασης του παρελθόντος, προκειμένου να δικαιολογηθεί ενδεχομένως η παροντική μας έκβαση.

Με αυτό το σήμερα προσπαθεί να μας συμφιλιώσει η τέταρτη ενότητα της συλλογής αυτής, που εισάγεται με απόσπασμα από το τρίτο κουαρτέτο του Αμερικανού ποιητή Tomas Sterns Eliot. Η συμφιλίωση αυτή όμως, φαίνεται να έρχεται με έναν μάλλον ανορθόδοξο τρόπο, μιας και η ποίηση αυτή δεν καθησυχάζει, δεν κατευνάζει τα πνεύματα, και δεν μας παρηγορεί. Αντίθετα, η ωμή και πέρα για πέρα ειλικρινής περιγραφή της σκοτεινής πλευράς της πραγματικότητας μέσα από γλώσσα πικρή, ενίοτε ειρωνική, που δεν επιδιώκει να κρυφτεί πίσω από έναν δήθεν καθωσπρεπισμό, μας οδηγεί στον εντοπισμό, αν όχι στην παραδοχή ακραίων, ίσως, αλλά υπαρκτών καταστάσεων.

Με αυτές τις τέσσερις ενότητες στην ποιητική του συλλογή λοιπόν, και την επιλογή στίχων άλλων να τις προλογίζουν, ο Νίκος Κυριακίδης ορθά μας προκαλεί να δούμε χωρίς να εθελοτυφλούμε. Κάπως έτσι, κοιτώντας κατάματα την ρεαλιστική διάσταση του σήμερα, μπαίνουμε στη διαδικασία να το κατανοήσουμε καλύτερα, κάνοντας έτσι το πρώτο βήμα προς την αλλαγή.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να επιστρέψω σε αυτό με το οποίο κανονικά θα έπρεπε να έχω αρχίσει αυτή την παρουσίαση. Τον τίτλο του. Πριν καν διαβάσω το βιβλίο, ο τίτλος από μόνος του αποτέλεσε για μένα τροφή για σκέψη, καταδεικνύοντας μία σύνδεση παρελθόντος, παρόντος, και μέλλοντος. Έχοντας διαβάσει την ποίηση του Νίκου Κυριακίδη, σκέφτομαι πως όλοι είμαστε δρόμος. Ξεκινήσαμε από κάπου, έχουμε φθάσει εδώ, και κάπου ευελπιστούμε να καταλήξουμε. Κατά τη διάρκεια αυτής μας της διαδρομής, ο δρόμος δεν ήταν πάντα στρωτός, κάποιες φορές ήταν χωμάτινος, δύσβατος. Και σκοντάψαμε και πέσαμε, και τα γόνατα μάτωσαν. Αλλά όπως τα μικρά παιδιά, πάντα σηκωνόμαστε, με μικρές ή μεγάλες πληγές, για να συνεχίσουμε τη διαδρομή μέχρι να δούμε τι έχει στο τέλος του δρόμου, ακολουθώντας αυτόν τον αόρατο μίτο που άλλοι το λένε μοίρα, και  άλλοι επιλογή. Και κάπως έτσι φαίνεται να είναι τούτος ο αιώνας, σαν τον «Αιώνα» στο ποιήμα του. Διαβάζω:

Ακέφαλα κορίτσια
Εσύ χωρίς φίλους
Λάθος απαντήσεις
Κύκλοι παντού.
Τηρουμένων των αναλογιών,
Ονομάστε το:
Πρώτη Μοναδική Παρουσία.

Αυτό φαίνεται να είμαστε στην πρώτη μοναδική μας παρουσία εδώ, δρόμοι με ματωμένα γόνατα και ο τίτλος αυτού του βιβλίου μοιάζει καθολικός με κάποιο τρόπο, λες και το περιεχόμενο του μας αφορά όλους μαζί και καθέναν ξεχωριστά,  ρίχνοντας φως στις μνήμες που κουβαλάμε έχοντας διανύσει ο καθένας τη δική του διαδρομή φτάνοντας ως εδώ. Η συλλογή αυτή για κάποιους θα μπορούσε να είναι ένας καθρέφτης ιδιαίτερα χρήσιμος. Γιατί βλέποντας αυτό που είσαι καταλαβαίνεις τι πρέπει να κάνεις για να αλλάξεις. Ευχαριστώ.







09 Νοεμβρίου 2013

Σταύρος Τζούλης




Ολόφραση


Όπως στης τελετής την ιερή μυσταγωγία,
εξαφανίζοντας την ταχύτητα του πραγματικού χρόνου.
Σταματώντας, ακινητοποιώντας
την παραμικρή λεπτομέρεια
την πιο ασήμαντη, την πιο αθέατη,
δίνοντας έτσι νόημα στα κομματάκια όλα
στις μικρότερες τελείες, σημασία στίξης σπουδαία
ανάγοντας την αργοπορία
σε πεμπτουσία του "σημαίνει"
και τα σημεία, ατέλειωτης ζωής σειρά.
Φτιάχνοντας το τεράστιο συμπαντικό ολόκληρο,
Δηλαδή το απειροελάχιστο, απειρόμικρο
την αιτία της ύπαρξης.
Ασήμαντο, σημαντικό.
Την πρώτη ύλη της πίστης,
το δέλτα από το δέος
και των θεών το θήτα αθάνατο.
Που χάθηκε αλήθεια, ο δρόμος της αλήθειας
σε ποιες προγονικές αμαρτίες βουτήχτηκε
η ολόφραση "σ'αγαπώ";
ποια δαιμονικά μελίρυτα χείλη
περιγράψανε την ομορφιά, την ύπαρξη
τόσο στρεβλά, με τέτοια ύβρη;
Ποια χρώματα απ'αλλού φερμένα
κλείσανε σε δίσκους στρόγγυλους ματιών,
τη θέα στο αθέατο
το βλέμμα κολύμπι, βάπτισμα ζωής
σε λίμνες, νερά, αγίασμα.
Να, τόσο δα λίγο θέλει το αθέατο,
μαγική εικόνα
Γι'αυτό μας λέγαν οι γιαγιάδες παραμύθια,
κουβαλούσαν στα κύταρά τους τη μνήμη
από κείνο που δε φαίνεται,
δηλαδή από το μόνο που πραγματικά είναι.
Εξάλλου τόσο σίγουρες
πως, τα παραμύθια τα φυλούσαν καλά
οι δράκοι και οι μαύροι ιππότες.
πως θα τολμούσα ν'απλώσω το μικρό μου χέρι
τότε .... και από τότε.
ένας κόσμος που φυλακίστηκε
πίσω από τα βλέφαρα, όλων των ανθρώπων.
Με βλέφαρα από τότε κλειστά περπατούν,
η χάση της πανσέληνου,
κίτρινο στρόγγυλο μπισκότο,
στο τέλους κάθε 28μερου μήνα
σα ληγμένη επιταγή,
για "να πεθαίνουν ανώδυνα τα ημερολόγια"
για ν'αναβληθεί και πάλι η ζωή.
Ποιος βιάζεται εξάλλου;
Ως που θα πάνε πεθαμένοι άνθρωποι,
το πολύ πολύ ν'αναπαράγουν,
ένα παιδί, τηλεόραση
σε νόμισμα που δεν θα εξαργυρωθεί ποτέ,
και από καμιά λατρεία!

ΑΙΩΡΟΣ


Εκεί αίωρος απουσίαζε
με εκπληκτική σιγουριά
κι αφάνταστη μεγαλοπρέπεια
στο σφιχτά διαλυμένο στομάχι του.
Περίμενε ήσυχα,
δεν του έπρεπαν πια οι φωνές,
μαζεμένα κοχύλια
κι άπειρη άμμο ανάμεσα
ήταν ότι του απέμεινε
παρεχτός αν υπολόγιζες
κάτι μικροκαμωμένα ισχυρά θέλω
σφηνωμένα κατά πως θέλουν
πίσω απ'τις κάμερες
στη διάχυτη άρνηση της γιορτής
στη διαρκώς υπομονή
ανιδιοτελώς υποκλινόμενη
στην αστάθεια του χρόνου
σε τερτίπια μεταφυσικά
και σε παραγινωμενα νήπια.
Ξέβραζε υπόσχεση συντρίμια
στον αφρό ξεδιάλυναν
τα ξύλινα παιχνίδια
αλογάκια αλμυρά χαλασμένα
κάποιες φορές έγχρωμα.
Μια πετονιά
απ'το κουτί επιβίωσης
συνέλεγε διακοσμητικά
ότι θα έλειπε εφεξής
καβουράκια συνδέσμους
και μικρά ψεμματάκια
θα βημάτιζαν προς το πλάι
ν'αναρριχηθούν
στα μεγαλύτερα.
Δυο Μ έχει
το ψέμμα να κρατιέται,
και τη μάνα.
Η αλήθεια
ένα μόνον Θ θεϊκό,
μόνον ένα.

08 Νοεμβρίου 2013

Ευτέρπη Κωσταρέλη - από την ποιητική συλλογή Βερντάντι (εκδ. Μανδραγόρας)




Eπιστολές από το Βόρειο Σέλας (απόσπασμα)

ΙΙΙ.


Σε ποιον πλανήτη
έμαθες να ονειρεύεσαι;
Μοιάζουν καμένα
από ταξίδια
τα μαλλιά σου…
Ποτέ μου δεν περπάτησα
πιο μακριά
απ’ τη γη…
Δεν είναι δα
και τόσο απέραντο
το  φοβισμένο όνειρο.
Τέσσερα σημεία:
Βορράς και Ψύχος
Ανατολή και Στάχτη
όλα τα περπάτησα
όλα
μακριά σου…


Υπάρχεις;


«Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένο δέρας της υπάρξεώς μας»
Α. Εμπειρίκος

Το νόημα του πρωινού
κατάπιε λαίμαργα
η φλυαρία προβλέψεων.
Ξεψυχισμένες νότες παρόντος
ήχησαν σαν την κούπα του καφέ
που γλίστρησε από τα χέρια
ταράζοντας τη νοσηρή ονειροπόληση.
Κεράτινη επικάλυψη των αποφάσεων
η αμφιβόλου υγείας φιλοδοξία
χαρτογραφεί σκοπούς
ή σκοπιμότητες;
Να νιώθεις ξεχωριστός
Να εστιάζεις μίλια μακριά απ’ τη θνητότητα
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ψευδαίσθηση…

07 Νοεμβρίου 2013

Αχιλλεύς




Ένα Θηρίο Στο Τέλος Της Ιστορίας

(από ‘Ποιήματα Της Εποχής Που Θεωρούμε Τελευταία’)


Κανένα σχόλιο μετά την ύστατη στιγμή
Καμμία συζήτηση
Δεν υπάρχουν συλλυπητήρια
Ούτε τελευταίος χαιρετισμός

Υπάρχει ένα θηρίο στο τέλος της ιστορίας
Ένα θηρίο του σκότους
     Που σκοπεύει να εμφανιστεί
       Τη στιγμή που είσαι πια σίγουρος
          Πως είσαι ασφαλής
              Και πως όλα είναι φυσιολογικά

Μαζί με την εμφάνιση του θηρίου
        Αποκαλύπτεται και ο λόγος ύπαρξής του
        Να επιβεβαιώσει ένα μεγάλο φόβο σου
Ενώ έχεις πείσει τον εαυτό σου
                   Πως γνωρίζεις την αλήθεια
                   Και πως έλυσες το αίνιγμα
Να μάθεις πως έκανες λάθος

Το μεγάλο πρόβλημα και δίλημμα είναι
              Ότι πρέπει να φτάσεις στο τέλος της ιστορίας
              Να έχεις τη δύναμη, την αντοχή
Να αμφισβητείς συνεχώς τις γνώσεις σου
             Και ταυτόχρονα τον εαυτό σου

Πρέπει να αγαπάς τη ζωή σου
Αν θες να φτάσεις στο θηρίο
Και εννοώ να την αγαπάς
Όχι να την εγκλωβίσεις σε φυλακές κανόνων
                                                      Οδηγειών ζωής
                                                      Και νόμων ηθικής
Προστατεύουν και διασφαλίζουν
             Το κίβδηλο όνειρο στο οποίο ζεις

Να αγαπάς τη ζωή σου
              Να δοκιμάσεις τα όριά σου
              Να θυμάσαι τους εφιάλτες σου
              Να προστατέψεις τους εχθρούς απ’ τους φίλους

Να αγαπάς τη ζωή σου
             Όχι να προσποιείσαι οτι ζεις

Για να φτάσεις στο τέλος της ιστορίας
             Πρέπει να μάθεις πως είναι αδύνατο να στέκεσαι ακίνητος
                          Πίσω από τα όρια μιας ψεύτικης πίστης

Για να βρεις το θηρίο
             Πρέπει να γνωρίζεις πως θα γίνεις ένας ακούραστος κυνηγός
             Ένας περιπλανώμενος- κυνηγημένος ερευνητής
                          Στα δάση της αλήθειας

Άνθρωπος

(από ‘Ποιήματα Της Εποχής Που Θεωρούμε Τελευταία’)


Ο Άνθρωπος
καταδικασμένος στη θλίψη
πνιγμένος κάτω από το βάρος της ενοχής
χωρίς δύναμη να αντισταθεί  στο ρεύμα της απελπισίας που τον παρασύρει

Φτιάξαμε νόμους για να ελέγχουμε την απρέπειά μας
Αυστηροί κανόνες για θεμέλια
που λατρεύουμε να γκρεμίζουμε
και μετά πάλι απ’ την αρχή

Η γύμνια μας
και αποστροφή του βλέμματος

Αηδιάζουμε με αυτό που λατρεύουμε
Λατρεύουμε το αηδιαστικό

Ο Άνθρωπος
χαμένος μέσα στο μεγαλειώδες ερώτημα της ύπαρξής του
Με ατελείς απαντήσεις πρόχειρες, για να αντέξει η εύθραυστη συνείδησή του
μέσα στην κουραστική περιπλάνηση στο χρόνο
Άδικος κι αδικημένος
Μοναχικός
Μοναδικός
Μόνος
Ένας
Ο Άνθρωπος

Υπόχρυση Σελήνη

(από ‘Εφιάλτης’)

Δεν ξέρω αν μπορώ να σταθώ ακίνητος-συμβιβασμένος
         Σε μια ζεστή φωλιά
Δεν ξέρω αν μπορώ να γυρίζω το βλέμμα μου
         Και να αντικρίζω συνήθειες που δε με εκφράζουν

Είναι υπαρκτό το δίλημμα
Ή το έχει γεννήσει απλώς η παραπλανημένη σκέψη;

         Ενδοιασμοί αστάθειας
         Τύψεις αβεβαιότητας

Υπόχρυση σελήνη
         γεμάτη μυστήρια ηδονικά
Ενστίκτου υποταγές
         βιώνω στην αγκαλιά σου
Χθονίων όντων
         μητέρα τραγική
Ζωοδόχος πηγή
         ονείρων ζοφερών


Στάσου ακίνητη
         άσε με να σε πλησιάσω

06 Νοεμβρίου 2013

Φιορέλα Μαστρόκαλου




Ποιο είναι αλήθεια το "Τέρας"


Η μανία μου να κοιτάω τα πράγματα από ψηλότερα,
με κάνει και αναρωτιέμαι.

Στην εποχή που έχουν δήθεν πέσει τα προσχήματα
και που "βλέπουμε την αλήθεια"

αυτή τη σκηνοθετημένη αλήθεια
ειδικά φτιαγμένη για ανθρώπους που έχουν δαρθεί από φόβο,
έχουν ανάγκη να βρουν το λόγο
και να ¨τιμωρήσουν¨ προσδοκώντας την εξιλέωση.

Γιατί ακόμα και ο θυμός μας είναι κατευθυνόμενος
σε ένταση, διάρκεια και στόχο

ώστε τα άλλα
αυτά που φαίνονται από ψηλότερα
να κάνουν ήσυχα τη δουλειά τους.

Και εμείς εκεί από κάτω ανήμποροι να δούμε τα νήματα
σε μια ψευδαίσθηση ελεύθερης βούλησης
κοιτάμε δήθεν θυμωμένοι

ακόμα και οι αγώνες μας και αυτοί με στόχο
όχι επιλεγμένο από μας
(και εμείς νομίσαμε ότι γράψαμε τις λέξεις στο πανό)

και η τελευταία μολότοφ και αυτή
εξαρχής προδιαγεγραμένη η πορεία της,
απ' τη στιγμή που φεύγει η κίνηση από το μυαλό
και φτάνει στο χέρι

και δε καταλαβαίνουμε τίποτα
ακόμα και μπαίνοντας στα μεγαλοεμπορικά
φάτσα πλέον η "αγορά χρυσού"
εκεί που άλλοτε ήταν "η αγορά ευτυχίας"

και όλα αυτά γιατί
αφήσαμε να μας κόψουν τα πόδια
τα κόψαμε μόνοι μας
μετά τα κόψαμε και από τα παιδιά μας

αμφιβάλλαμε αν υπήρχαν ποτέ
σκάλες να μας ανεβάσουν
πανιά να μας παρασύρουν
σκοινιά για να σκαρφαλώσουμε

Και να δούμε τα πράγματα
από ψηλά.